χειμάζομαι

χειμάζομαι
χειμάστηκα, παθαίνω τις ταλαιπωρίες του χειμώνα, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • χειμάζομαι — χειμάζομαι, χειμάστηκα βλ. πίν. 36 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • χειμάζομαι — ΝΑ, και ενεργ. τ. χειμάζω και χιμάζω Α [χεῑμα] παθ. 1. υφίσταμαι τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες τού χειμώνα 2. μτφ. δοκιμάζομαι, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι αρχ. 1. ενεργ. α) εκθέτω κάτι στο ψύχος τού χειμώνα β) (κυρίως για θεό) εγείρω θύελλα,… …   Dictionary of Greek

  • χειμάζομαι — χειμάζω winter in pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • HYEMANTES — in Eccl. ver. Christiana dicti sunt, qui propter enormia delicta, non in Aedis sacrae porticum admittebantur cum aliis paenitentibus, sed foris, sub dio, omnibus aeris iniuriis expositi, stare cogebantur, cilicio induti et veniam ab intrantibus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καταχειμάζομαι — (AM) προσβάλλομαι από κακοκαιρία, από τρικυμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χειμάζομαι «προσβάλλομαι από καταιγίδα, από τρικυμία»] …   Dictionary of Greek

  • υποχειμάζομαι — Α παθ. μτφ. ταλαιπωρούμαι όπως σε τρικυμία, βασανίζομαι, υποφέρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + χειμάζομαι «περνώ τον χειμώνα»] …   Dictionary of Greek

  • χειμάζω — και χιμάζω Α βλ. χειμάζομαι …   Dictionary of Greek

  • χιμάζω — Α βλ. χειμάζομαι …   Dictionary of Greek

  • ԾՓԻՄ — (եցայ.) NBH 1 1029 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 7c, 10c, 11c կ.ձ. κυμαίνω fluctuo κλυδωνίζομαι fluctibus agitor χειμάζομαι tempestate agitor, molestia afficior βασανίζομαι affligor. Ի ծուփս լինել. ʼի ծփանի կալ. ծփալ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՁՄԵՌՆԱՆԱՄ — (ացայ.) NBH 2 0159 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 8c, 10c, 12c, 13c չ. χειμάω, χειμάζομαι, χειμαίνω եւն. hieme vel tempestate agitor. Փոխիլ ʼի ձմեռն. եւ ըստ յն. ոճոյ, Ալէկոծիլ. կրել զտագնապ ձմերան կամ մրրկաց. ծփիլ. *Ամառն անձրեւայոյզ,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”